Γνωμοδότηση για το Αγγελιόσημο Εκτύπωση E-mail

Κατεβάστε το κείμενο σε μορφή DOC


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ

Από την Πανελλήνια Ομοσπονδία Ενώσεων Συντακτών (ΠΟΕΣΥ) μου ζητήθηκε να εξετάσω αν η κείμενη νομοθεσία επιβάλλει την καταβολή «αγγελιόσημου» επί των διαφημίσεων και δημοσιεύσεων που καταχωρούνται στα μέσα ενημέρωσης του διαδικτύου.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ:

Α. Προκειμένου να απαντηθεί το ανωτέρω ερώτημα, σκόπιμο είναι να προηγηθούν οι ακόλουθες επισημάνσεις, που αναφέρονται τόσο στο σκοπό θεσμοθέτησης και τη φύση του αγγελιόσημου όσο και στις υπάρχουσες νομοθετικές ρυθμίσεις επί του θέματος αυτού.
1. Το αγγελιόσημο θεσπίστηκε πρώτη φορά με το ν.δ. 465/1941 «περί διαχειρίσεως των Λογαριασμών Ανεργίας των Ταμείων Συντάξεων Προσωπικού Εφημερίδων Αθηνών και Θεσσαλονίκης και περί ενισχύσεως των πόρων αυτών». Ειδικότερα, στο άρθρο 3 εδ. δ΄ του ως άνω ν.δ/τος ορίστηκε ότι «Το προϊόν ειδικού αγγελιόσημου εκ πέντε τοις εκατόν επιβαλλομένου δια του παρόντος Νόμου επί του τμήματος πάσης επί πληρωμή δημοσιεύσεως ή διαφημίσεως εμπορικής, ιδιωτικής, κοινοτικής, δημοτικής και κρατικής, καταχορουμένης από 1ης Σεπτεμβρίου 1941 εις τας εν Π. Ελλάδι εκδιδομένας ημερησίας εφημερίδας, εξαιρέσει των εφημερίδων Ηπείρου και Θεσσαλίας. Η είσπραξις του αγγελιοσήμου ενεργείται δια της προσθήκης του αντιστοιχούντος ποσού εις τον λογαριασμόν καταχωρήσεως της δημοσιεύσεως, ευθυνομένης της εφημερίδος έναντι του Ταμείου ΣΠΔΕ εις την περίπτωσιν παραλείψεως. … Αι πραγματοποιούσαι την είσπραξιν του αγγελιόσημου εφημερίδες υποχρεούνται, ευθυνόμεναι ως θεματοφύλακες, όπως εν αρχή εκάστου μηνός καταθέτωσιν εις την Εθνικήν Τράπεζαν της Ελλάδος επ’ ονόματι της ως είρηται Διαχειριστικής Επιτροπής παν ποσόν εισπραχθέν κατά τον προηγούμενον μήνα …». Θεσπίστηκε έτσι η υποχρέωση καταβολής χρηματικού ποσού, υπέρ φορέων υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης των εργαζόμενων στον Τύπο και υπέρ των επαγγελματικών τους ενώσεων, για κάθε πράξη καταχώρισης στον Τύπο διαφήμισης ή δημοσίευσης των προβλεπόμενων στο νόμο ανακοινώσεων.
Έκτοτε, έχουν εκδοθεί πλείστες νομοθετικές ρυθμίσεις, με τις οποίες αφενός επεκτάθηκε η υποχρέωση καταβολής αγγελιόσημου για τις διαφημίσεις, δημοσιεύσεις και καταχωρήσεις σε μη ημερήσιες εφημερίδες, αλλά και στην τηλεόραση και το ραδιόφωνο, αφετέρου προσδιορίζεται και καθορίζεται εκάστοτε το ύψος του αγγελιόσημου (ως ποσοστό επί των διαφημίσεων), οι υπόχρεοι καταβολής, καθώς και ο τρόπος είσπραξης, απόδοσης και κατανομής του στα οικεία ταμεία και στις επαγγελματικές ενώσεις των εργαζόμενων στον τύπο και στα ραδιοτηλεοπτικά μέσα.
Από το σύνολο των ως άνω νομοθετικών ρυθμίσεων, παρατίθενται, για τις ανάγκες της παρούσας γνωμοδότησης, οι διατάξεις που αναφέρονται στα μέσα ενημέρωσης, στα οποία η καταχώρηση διαφημίσεων συνεπάγεται υποχρέωση καταβολής αγγελιόσημου. Σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο 3 εδ. δ΄ του ν.δ/τος 465/1941 (όπως αυτό συμπληρώθηκε και αντικαταστάθηκε από το άρθρο 3 παρ. 1 εφ. Ε΄ του ν.δ/τος 1151/1942, του άρθρου 36 παρ. 1 του ν.δ/τος 158/1946, του άρθρου 1 παρ. 6 του ν. 1872/1951, του άρθρου 8 παρ. 1 εδ. α΄ του ν.δ/τος 3572/1956 και του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 4041/60) υποχρέωση καταβολής αγγελιοσήμου επιβάλλεται επί των διαφημίσεων που δημοσιεύονται στις ημερήσιες εφημερίδες Αθηνών. Στο άρθρο 8 παρ. 1 του ν.δ/τος 1344/1973 «περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του Ν.Δ. 285/1969 ¨περί τροποποιήσεως του Α.Ν. 248/1967» προβλέφθηκε ότι «… το περί ου η παρ. 1 του Α.Ν. 248/1967 Αγγελιόσημον επιβάλλεται και επί των διαφημίσεων και επί πληρωμή, δημοσιεύσεων, των καταχωριζομένων εις μη ημερήσιας εφημερίδας και περιοδικά, εκδιδόμενα εν τη περιοχή της τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης».
Περαιτέρω αγγελιόσημο υπολογίζεται και αποδίδεται στους οικείους φορείς, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 1872/1951, όπως αυτό τροποποιήθηκε από το άρθρο 4 του ν.δ/τος 3616/1956 και για τις διαφημίσεις που καταχωρούνται στις ημερήσιες εφημερίδες Θεσσαλονίκης.
Σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 1 του α.ν. 248/1967 «Από της δημοσιεύσεως του παρόντος επιβάλλεται αγγελιόσημον εξ είκοσι τοις εκατόν (20%) επί του τιμήματος εκάστης διαφημίσεως ή παντός επί πληρωμή δημοσιεύματος καταχωριζομένων εις μη ημερήσιαν εφημερίδα εκδιδόμενην εν Αθήναις και Θεσσαλονίκη… », ενώ στην παρ. 2 του ως άνω άρθρου περιέχεται ορισμός της μη ημερήσιας εφημερίδας για την εφαρμογή της εν λόγω ρύθμισης. Κατά τη διάταξη αυτή, μη ημερήσια εφημερίδα θεωρείται «… κάθε έντυπο που εκδίδεται με οποιαδήποτε μορφή ή εμφάνιση μέχρι και τρεις φορές τουλάχιστον ετησίως…» .
Παράλληλα, με τη θεσμοθέτηση της ραδιοφωνίας και της τηλεόρασης στη χώρα μας και την ίδρυση του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας και Τηλεοράσεως (Ε.Ι.Ρ.Τ) αλλά και της Υπηρεσίας Ενημερώσεως Ενόπλων Δυνάμεων (ΥΕΝΕΔ), αγγελιόσημο επιβλήθηκε επί των διαφημίσεων που καταχωρούνταν και στα μέσα αυτά. Ήδη, μετά και την νομοθετική πρόβλεψη ίδρυσης ιδιωτικών ραδιοτηλεοπτικών σταθμών, με τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 5  και 15 παρ. 2  του ν. 1866/1989 «Ίδρυση Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεοράσεως και παροχή αδειών για την ίδρυση και λειτουργία  τηλεοπτικών σταθμών» (Α` 222), επιβλήθηκε υποχρέωση καταβολής αγγελιόσημου και επί των καταχωριζομένων στα μέσα αυτά διαφημίσεων και προβλεπόμενων στο νόμο ανακοινώσεων. Η κατανομή του αγγελιοσήμου στους διάφορους δικαιούχους φορείς γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 14 του ν. 1989/1991, όπου και προβλέφθηκε ότι: «… Τα ανωτέρω ποσοστά κατανομής του αγγελιοσήμου μπορούν, ύστερα από σύμφωνη γνώμη όλων των δικαιούχων φορέων να αυξομειώνονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης».

2. Πανθομολογούμενο είναι το γεγονός ότι η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνολογίας αλλάζει διαρκώς, και με ταχύτατους μάλιστα ρυθμούς, τις βιοτικές σχέσεις, διαμορφώνοντας νέα σχήματα και κοινωνικά φαινόμενα, μεταλλάσσοντας συνακόλουθα – και αναπόδραστα – το περιεχόμενο και την έννοια παραδοσιακών νομικών εννοιών. Ενόψει της αδιαμφισβήτητης αυτής εξέλιξης, η λειτουργία του δικαίου ούτε στατική είναι ούτε ανεπηρέαστη μένει από την εν τοις πράγμασι διαμόρφωση νέων αναγκών και εννόμων σχέσεων. Δεδομένης μάλιστα της αντικειμενικής αδυναμίας του νομοθέτη να προβλέπει, κατά το χρόνο έκδοσης των οικείων ρυθμίσεων, την εξέλιξη και τη μορφή που διαχρονικά λαμβάνουν οι έννομες σχέσεις που επιδιώκει να ρυθμίσει – γεγονός, πάντως, που επιβάλλει την κατά το δυνατό γενική διατύπωση των νόμων, ώστε να είναι δυνατή η υπαγωγή στο ρυθμιστικό τους πεδίο και των νέων μορφών που αποκτούν οι ρυθμιζόμενες έννομες σχέσεις -  έχουν διαπλαστεί διαχρονικά ερμηνευτικά εργαλεία που επιδιώκουν την αντιμετώπιση του φαινομένου αυτού, ώστε να καθίσταται νοητή και εφικτή η έννοια του δικαίου.

3. Μολονότι ο ερμηνευτής αφορμάται από τις παραστάσεις σκοπού και τη στοχοθεσία του ιστορικού νομοθέτη, οφείλει να σκεφθεί σήμερα γύρω από τις έννομες συνέπειες της εφαρμογής τους. Ήδη εξαιτίας αυτής της ανάγκης, αναγκάζεται να υπεκεράσει τη λεγόμενη βούληση του νομοθέτη, νοούμενη ως απλό ιστορικό γεγονός. Οφείλει τότε να επικαιροποιήσει τις ρυθμιστικές βλέψεις του ιστορικού νομοθέτη, κατανοώντας το νόμο ως έλλογη ρύθμιση της κοινωνικής ζωής στο ιστορικό παρόν. Η «αντικειμενικά τελολογική» ερμηνεία εκκινεί από την ανάγκη απαντήσεων σε ζητήματα που δεν έχουν καν τεθεί από τον ιστορικό νομοθέτη, υπογραμμίζει επομένως την αξία της ομαλής προσαρμογής των κανόνων δικαίου σε μεταβαλλόμενες σχέσεις, την εξέλιξη των οποίων ο νομοθέτης δεν μπορούσε να προϊδει. Στο φως ων γλωσσικών χρήσεων του χρόνου στον οποίο επιχειρείται η νομική ερμηνεία συχνά έχουν επιτελεσθεί σημασιολογικές μετατοπίσεις στο περιεχόμενο των κανόνων. Την εποχή της ψηφίσεως του Συντάγματος του 1975 για παράδειγμα, η έννοια του «γάμου» στην ελληνική έννομη τάξη αφορούσε αποκλειστικώς στο θρησκευτικό γάμο. Η δυνατότητα σύναψης πολιτικού γάμου καθιερώθηκε νομοθετικά μεταγενεστέρως. Ωστόσο δεν χωρεί αμφιβολία ότι η έννοια του γάμου στο άρθρο 21 παρ. 1 του Συντάγματος συμπεριλαμβάνει και τον πολιτικό γάμο, με επιχείρημα ότι η διαφορά του τελευταίου προς το θρησκευτικό γάμο περιορίζεται στον τύπο τελέσεως του γάμου .

4. Στο εδώ εξεταζόμενο ζήτημα, η επίδραση αυτή καθίσταται έτι περισσότερο ορατή, λόγω της ραγδαίας μεταβολής των μορφών που προσλαμβάνει η ενημέρωση και η καθ’ οιοδήποτε τρόπο διάδοση πληροφοριών που πολλές φορές κατατείνουν σε σκοπούμενη διαμόρφωση της κοινής γνώμης για την επιλογή προϊόντων, υπηρεσιών, ακόμα και πολιτικών. Τα τεχνολογικά δεδομένα παρέχουν διαρκώς νέες δυνατότητες και εγκαθιδρύουν νέες μορφές και τρόπους λειτουργίας των μέσων ενημέρωσης. Τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης (τύπος, τηλεόραση, ραδιόφωνο) αλλάζουν μορφή και τρόπο απεικόνισης και μεταφέρονται πλέον, μέσω του διαδικτύου, από το χαρτί στην οθόνη του υπολογιστή. Ήδη, τα τελευταία χρόνια, έχει ποικίλως παρατηρηθεί ότι οι εφημερίδες μεταφέρουν το υλικό τους στο διαδίκτυο, τηλεοπτικές επιχειρήσεις προχωρούν στην προβολή των εκπομπών τους μέσω των ευρυζωνικών δικτύων, ραδιοφωνικές επιχειρήσεις μεταδίδουν το πρόγραμμά τους μέσω των ηλεκτρονικών τους διευθύνσεων. Ενόψει της εξέλιξης αυτής, ερωτάται κατά πόσο η ως άνω αναφερόμενη νομοθεσία επιβάλλει σε τέτοια ηλεκτρονικά μέσα την υποχρέωση καταβολής αγγελιοσήμου για τις διαφημίσεις που καταχωρούν, οι οποίες αποτελούν, ως γνωστόν, το βασικό πόρο λειτουργίας τους ή απαιτείται η έκδοση νέων σχετικών νομοθετικών ρυθμίσεων.


Β. Η απάντηση στο ερώτημα θα αναζητηθεί υπό τις κατωτέρω τρεις επιμέρους θεματικές ενότητες α) ως προς τις εφημερίδες και τα περιοδικά β) ως προς τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα και γ) ως προς τα «new media».

α) Ως προς τις εφημερίδες και τα περιοδικά.

α. 1. Όπως έχει ήδη ανωτέρω αναφερθεί, ο νομοθέτης στο ίδιο το άρθρο με το οποίο επέβαλε την υποχρέωση καταβολής αγγελιοσήμου στα περιοδικά και στις εφημερίδες, ημερήσιες ή μη (ήτοι στο άρθρο 15 του αν 248/1967), έδωσε τον ορισμό της έννοιας «μη ημερήσια εφημερίδα ή περιοδικό», ορισμός που για την ταυτότητα του νομικού λόγου ισχύει ασφαλώς και στις ημερήσιες εφημερίδες, με μόνη διαφοροποίηση ως προς την περιοδικότητα έκδοσης (βλ. ανωτέρω άρθρο 15 παρ. 2 του α.ν. 248/1967). Έτσι, όρισε ότι εφημερίδα ή περιοδικό θεωρείται κάθε έντυπο που εκδίδεται με οποιαδήποτε μορφή ή εμφάνιση. Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί ότι τον ορισμό αυτό επανέλαβε μόλις πρόσφατα, στο άρθρο 14 παρ. 9 του ν. 3232/2004, διάταξη η οποία αντικατέστησε την προαναφερόμενη του α.ν. 248/1967 και με την οποία προσδιορίστηκε λεπτομερέστερα η έννοια της περιοδικότητας.

α. 2. Η γενική αυτή γραμματική διατύπωση της εν λόγω διάταξης δεν καταλείπει αμφιβολία ότι, στο ρυθμιστικό της πεδίο, υπάγονται και οι εφημερίδες που, κάνοντας χρήση των νέων τεχνολογικών επιτευγμάτων, παρουσιάζουν την ύλη τους όχι στο χαρτί, αλλά στην οθόνη του υπολογιστή. Το διαδίκτυο, στην περίπτωση αυτή, δεν αποτελεί νέο μέσο ενημέρωσης, αλλά παρέχει τη δυνατότητα στην εκδοτική επιχείρηση, κατά την παραδοσιακή έννοια του όρου, να «εμφανίζει» την ύλη της μέσω των λειτουργιών που αυτό (ήτοι το διαδίκτυο) προσφέρει. Αποτελεί επομένως το διαδίκτυο μια (νέα) μορφή αποτύπωσης της εφημερίδας και του περιοδικού (και δεν πρόκειται για νέο μέσο ενημέρωσης) και ως εκ τούτου δημιουργείται υποχρέωση καταβολής του αγγελιοσήμου και για τις διαφημίσεις που καταχωρίζονται στις εν λόγω ιστοσελίδες, καθώς εμπίπτουν στο πεδίο ρύθμισης του α.ν. 248/1967.

β) Ως προς τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα ενημέρωσης.

β. 1. Όπως προαναφέρθηκε, στο νόμο 1866/1989, με τον οποίο αφενός ιδρύθηκε το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, ως Ανεξάρτητη Διοικητική Αρχή με αρμοδιότητα την εξασφάλιση της ελευθερίας της εκφράσεως και της  πολυφωνίας, την τήρηση της δημοσιογραφικής δεοντολογίας και την  προαγωγή  της  ποιότητας των ραδιοτηλεοπτικών προγραμμάτων, κατά τις συνταγματικές επιταγές, αφετέρου ορίστηκαν οι προϋποθέσεις χορήγησης άδειας ίδρυσης, εγκατάστασης και λειτουργίας τηλεοπτικών σταθμών, προβλέφθηκε (στο άρθρο 15 παρ. 2) ότι: «Το προβλεπόμενο από την ισχύουσα νομοθεσία ποσοστό αγγελιοσήμου στην τηλεόραση και στο ραδιόφωνο προσαυξάνεται κατά 1,5 εκατοστιαία μονάδα. …».

β. 2. Καταρχήν, εκ προοιμίου, αξίζει να επισημανθεί ότι, όπως προκύπτει από την εν λόγω διάταξη, ο νομοθέτης εκλαμβάνει ως ενιαίο σύνολο την έννοια των ραδιοτηλεοπτικών μέσων, εγκαθιδρύοντας υποχρέωση καταβολής αγγελιοσήμου γενικά στην τηλεόραση και στο ραδιόφωνο. Όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, ήδη από την εμφάνιση του ραδιόφωνου και της τηλεόρασης, ως νέα τεχνολογικά επιτεύγματα και μέσα ενημέρωσης των πολιτών, διάφορα από τον τύπο, έσπευσε να επιβάλει αγγελιόσημο και για τις διαφημίσεις που καταχωρίζονται σε αυτά (ευθύς μόλις θεσπίστηκε το ΕΙΡΤ  και η ΥΕΝΕΔ). Από το γράμμα της ως άνω διάταξης με ενάργεια συνάγεται ότι ο νομοθέτης εκλαμβάνει την υποχρέωση καταβολής αγγελιοσήμου για διαφημίσεις στην τηλεόραση και στο ραδιόφωνο ως θεσμοθετημένη, ήδη πριν από την καθιέρωση των προϋποθέσεων για την ίδρυση ιδιωτικών ραδιοτηλεοπτικών σταθμών. Συνάγεται δηλαδή ότι με την εν λόγω διάταξη, επιβεβαιώθηκε ο σκοπός του νομοθέτη να καταβάλλεται αγγελιόσημο στους οικείους δικαιούχους φορείς και επί των διαφημίσεων που εμφανίζονται στην τηλεόραση και στο ραδιόφωνο γενικά, ανεξαρτήτως μορφής και τρόπου λειτουργίας τους και προέβη απλώς στον επανακαθορισμό του ύψους του.

β. 3. Όπως ανωτέρω ήδη παρατηρήθηκε, τα νέα τεχνολογικά δεδομένα δίνουν τη δυνατότητα μετάδοσης ραδιοτηλεοπτικού προγράμματος και μέσω του διαδικτύου. Ο νομοθέτης μάλιστα, όλως προσφάτως, με το ν. 3592/2007 «Συγκέντρωση και αδειοδότηση Μέσων Ενημέρωσης και άλλες διατάξεις», αποσκοπώντας (όπως προκύπτει από το ίδιο το νομοθέτημα, άρθρο 1) στην «… αντικειμενική και με ίσους όρους μετάδοση πληροφοριών και ειδήσεων, ποιοτική στάθμη των προγραμμάτων, καθώς και στη διαφάνεια και τον υγιή ανταγωνισμό στο χώρο των μέσων ενημέρωσης …» εισήγαγε ρυθμίσεις αναφορικά με την παροχή ραδιοτηλεοπτικών υπηρεσιών μέσω ευρυζωνικών δικτύων. Ρύθμισε δηλαδή τους όρους και τις προϋποθέσεις μετάδοσης ραδιοτηλεοπτικού προγράμματος (ήτοι τηλεόρασης και ραδιοφώνου) και μέσω του διαδικτύου, αναγνωρίζοντας έτσι τη νέα μορφή που λαμβάνει η παραδοσιακή έννοια της τηλεόρασης και ραδιοφώνου. Δεν πρόκειται για θεσμοθέτηση νέων μέσων ενημέρωσης αλλά για μια νέα μορφή των ήδη υφιαστάμενων. Στο ίδιο νομοθετικό κείμενο, άλλωστε, περιλαμβάνονται ρυθμίσεις και για τους ήδη λειτουργούντες τηλεοπτικούς σταθμούς αλλά και για τις προϋποθέσεις που, από της εκδόσεώς του, πρέπει να συντρέχουν για να χορηγηθεί άδεια ίδρυσης και εγκατάστασης σταθμού που μεταδίδει το πρόγραμμά του με αναλογικό σήμα ελεύθερης λήψης.
Από τα ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι υποχρέωση καταβολής αγγελιοσήμου προβλέπεται και επιβάλλεται ήδη από την κείμενη νομοθεσία και επί των διαφημίσεων και ανακοινώσεων που διαδίδονται μέσω της τηλεόρασης και του ραδιοφώνου, ανεξαρτήτως της τεχνολογικής μεθόδου που επιλέγεται για τη μετάδοση ραδιοτηλεοπτικών προγραμμάτων.

γ) Ως προς τα «new media».

γ. 1. Με τον όρο αυτό νοούνται οι οικείοι ηλεκτρονικοί τόποι που εμφανίζονται και λειτουργούν ήδη στο δικτυακό χώρο και  που αποβλέπουν στην παροχή ειδήσεων και πληροφοριών ενημέρωσης στο ευρύ κοινό. Επιτελούν δηλαδή λειτουργία συναφή με τα ως άνω αναφερόμενα, κλασσικά μέσα ενημέρωσης (τύπος, ραδιόφωνο, τηλεόραση). Μολονότι για τα μέσα αυτά δεν γίνεται μνεία στο νόμο, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η σύμφωνη με το Σύνταγμα και το κοινοτικό δίκαιο, ερμηνεία των οικείων διατάξεων περί ανταγωνισμού, επιβάλλει την κατάφαση σχετικής υποχρέωσης και στα μέσα αυτά, ως προς την επιβολή αγγελιοσήμου για τις διαφημίσεις και ανακοινώσεις που καταχωρούνται ή διαδίδονται από αυτά.

γ. 2. Ειδικότερα: Από τη συγκρότηση των κανόνων δικαίου σε σύστημα, και δη τελολογικό – αξιολογικό, απορρέει ως γενικότερο αίτημα της έννομης τάξης η ανάγκη να προσδίδεται, κατά την ερμηνεία των κατώτερης τυπικής βαθμίδας κανόνων δικαίου κατεύθυνση που να μην προσκρούει σε ιεραρχικά ανώτερες νομοθετικές επιταγές. Έκφραση ακριβώς αυτής της αναγκαιότητας αποτελούν τόσο η λεγόμενη «εναρμονισμένη με το Σύνταγμα ερμηνεία» όσο, πλέον, και η «εναρμονισμένη με το Ευρωπαϊκό δίκαιο ερμηνεία».
Το Σύνταγμα όπως είναι γνωστό, περιέχει αξιολογήσεις ανώτερης δικαιϊκής βαθμίδας σε σχέση με τους κοινούς νόμους. Πολλές από τις δικαιοηθικές αρχές που βρίσκονται αποτυπωμένες στο Σύνταγμα (και ειδικότερα στις περί ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων διατάξεις του) κατευθύνουν τον εφαρμοστή του δικαίου σε κάθε ερμηνευτικό του βήμα. Από την ιεραρχικά ανώτερη θέση, την οποία κατέχουν στο συνολικό σύστημα της έννομης τάξεως οι συνταγματικά κατοχυρωμένες αρχές, προκύπτει περαιτέρω ότι κατά τη συγκεκριμενοποίηση αυτών είτε από τον κοινό νομοθέτη, στον οποίο φυσικά ανήκει, κατά το Σύνταγμα το σχετικό προβάδισμα, είτε και από τη νομολογία, πρέπει όχι μόνο να διαφυλάσσεται αλώβητο αλλά και να πραγματώνεται κατά το δυνατόν πληρέστερα το αξιολογικό τους περιεχόμενο.

γ. 3. Η έννομη τάξη της Ελλάδος, όπως και κάθε άλλου κράτους – μέλους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, τελεί σήμερα υπό την πολλαπλή επίδραση του κοινοτικού δικαίου, η οποία μάλιστα, βαίνει συνεχώς αυξανόμενη. Η σχέση αυτή προσδιορίζεται προεχόντως από την, ανοιγμένη μέσω της νομολογίας του ΔΕΚ σε απόλυτο αξίωμα, αρχή της υπεροχής του κοινοτικού κανόνα έναντι των διατάξεων του εθνικού δικαίου, η οποία – ανεξάρτητα από τα διάφορα δικαιοθετικά ερείσματα, στα οποία επιχειρείται κατά καιρούς να στηριχθεί η ισχύς της, αντλεί σε τελική ανάλυση την ουσιαστική της νομιμοποίηση από την εγγενή στην κοινοτική έννομη τάξη «ενοποιητική τελολογία». Σε αυτή δηλαδή την έννομη τάξη ενυπάρχει η τάση να παράγει, με τη μορφή διαφόρων νομικών πράξεων, ρυθμιστικούς κανόνες που προορίζονται να εισχωρήσουν στις εθνικές έννομες τάξεις των κρατών – μελών – με ομοιόμορφο κατά το δυνατόν και συγχρόνως αποτελεσματικό τρόπο – και να καταστούν έτσι αναπόσπαστο τμήμα τους, διατηρώντας ωστόσο παράλληλα τον ιδιογενή, κοινοτικό χαρακτήρα τους.

γ. 4. Με τη λειτουργία της αρχής της υπεροχής του κοινοτικού κανόνα συνδέθηκε αναπόδραστα, ως απότοκη συνέπεια της ανάγκης για μια αποτελεσματική και κατά το δυνατόν ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, η σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο ερμηνεία των κανόνων του εθνικού δικαίου, γέννημα και αυτή κυρίως της νομολογίας του ΔΕΚ. Πρόκειται για ένα νέο σχετικά ερμηνευτικό κριτήριο, που χαρακτηρίζεται ακριβώς από την προσφορότητά του να οδηγεί σε πραγμάτωση των σκοπών του κοινοτικού δικαίου χωρίς να αφήνει να εκδηλωθεί η αναπότρεπτη διαφορετικά σύγκρουση του εθνικού δικαίου με το κοινοτικό. Σύμφωνα λοιπόν με τη νέα αυτή «μέθοδο» όταν επί τη βάσει των λοιπών ερμηνευτικών κριτηρίων διαπιστώνεται ότι υπάρχουν περισσότερες δυνατές ερμηνευτικές εκδοχές, από τις οποίες μία τουλάχιστον είναι αντίθετη προς τον κοινοτικό κανόνα, ενώ μία τουλάχιστον άλλη συνάδει προς αυτόν, ο εθνικός δικαστής οφείλει να επιλέξει την τελευταία, ή αν οι εναρμονιζόμενες με τον κοινοτικό κανόνα ερμηνευτικές δυνατότητες είναι πλείονες, μία από αυτές .
Σημειώνεται βεβαίως ότι η μέθοδος της εναρμονισμένης με το Σύνταγμα ή το Κοινοτικό Δίκαιο ερμηνείας είναι νομικά δεσμευτική λόγω του αναντίρρητου νομιμοποιητικού της ερείσματος στη δικαιοθετικά θεσπισμένη υπεροχή των κανόνων της συνταγματικής και κοινοτικής τάξεως.

γ. 5. Συνακόλουθα προς τα αμέσως ανωτέρω αναφερόμενα, πρέπει να γίνει δεκτό ότι και οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στο διαδίκτυο και που αποσκοπούν στην μετάδοση ειδήσεων και πληροφοριών στο ευρύ κοινό, υποχρεούνται σε καταβολή αγγελιοσήμου για τις διαφημίσεις και παντός είδους επί πληρωμή δημοσιεύσεων που καταχωρούν, καθώς σε αντίθετη περίπτωση, αποκτούν, κατά παράβαση του Συντάγματος και του Κοινοτικού Δικαίου, προβάδισμα στον ανταγωνισμό. Την άποψη αυτή επιρρώνει το γεγονός ότι λειτουργούν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο όπως οι εκδοτικές επιχειρήσεις και οι τηλεοπτικοί και ραδιοφωνικοί σταθμοί, εμφανίζουν τον αυτό τρόπο οργάνωσης και ανάπτυξης της δραστηριότητάς τους, απασχολούν το ίδιο προσωπικό (κυρίως δημοσιογράφους) με πανομοιότυπο αντικείμενο εργασίας και καθήκον κυρίως την συνεχή ροή ειδήσεων και επικαιροποίησης της δημοσιογραφικής ύλης. Μόνη διαφορά αποτελεί ο τρόπος αποτύπωσης του αποτελέσματος της εργασίας, η οποία πλέον εμφανίζεται στην οθόνη του υπολογιστή. Έτσι, τυχόν διάφορη αντιμετώπισή τους οδηγεί αναπότρεπτα σε ένα κοινωνικά αφόρητο αποτέλεσμα.

Γ. Συμπέρασμα:
1. Από την παραπάνω μεθοδολογική προσέγγιση του πλέγματος των διατάξεων που αφορούν στο αγγελιόσημο, είναι προφανής η υποχρέωση καταβολής από τους υποχρέους, όταν γίνεται χρήση ηλεκτρονικών μέσων.
2. Στο ίδιο αποτέλεσμα οδηγεί και η εξέταση του θέματος από την μεθοδολογική και ερμηνευτική σκοπιά του δικαίου.
Όταν επιχειρείται ερμηνεία κανόνων κοινωνικής προέλευσης δικαίου που έχουν ασαφή ή αμφισβητούμενη διάσταση σχετικά με τα συμφέροντα που ρυθμίζουν, έργο του νομικού είναι να σταθμίζει τα συγκρουόμενα συμφέροντα και εμπνεόμενος ακόμα και από εξωνομικές κοινωνικές αρχές να καταλήξει και υποστηρίξει εκείνη την ερμηνεία που οδηγεί στην περαιτέρω κίνηση, εξέλιξη και διαμόρφωση της νομικής ζωής .
Στην περίπτωση ενός νόμου, όπου το σύνολο των κοινωνικών, οικονομικών, ηθικών, πολιτικών δεδομένων («κατάσταση του νόμου» Normsituation) επί των οποίων στήριξε ο νομοθέτης τις αξιολογικές του αποφάσεις  παραμένουν ουσιαστικά αμετάβλητα, εύλογο είναι η δέσμευση του εφαρμοστή του δικαίου στις επιλογές του νομοθέτη να είναι αυστηρότερη. Διότι εδώ και τα ιστορικά συμφέροντα, η σύγκρουση των οποίων συνέβαλε στη γένεση του νόμου, και η εκφρασμένη σε αυτόν ιστορική αξιολόγησή τους εξακολουθούν κατά το μάλλον ή ήττον να παραμένουν επίκαιρα. Όταν όμως από την προσήλωση στο γράμμα του νόμου ανακύπτει αφόρητη αξιολογική αντινομία ή άδικο αποτέλεσμα θα πρέπει να γίνεται διορθωτική ερμηνεία. Δηλαδή στις περιπτώσεις που έχει μεταβληθεί η αρχική «κατάσταση του νόμου» και τελεί σε δυσαρμονία με το εσωτερικό σύστημα του ισχύοντος δικαίου, ο δικαστής, με τα ερμηνευτικά του εργαλεία, οφείλει να μεταβάλει τις αξιολογήσεις του νομοθέτη στο νόμο.
Τέτοιου είδους ατέλεια του νόμου θα πρέπει καταρχήν να διορθώνεται δια της νομοθετικής οδού αφού το προβάδισμα ανήκει στο νομοθέτη όταν πρόκειται οι νέες αξιολογήσεις να εισχωρήσουν στο θετό δίκαιο, χωρίς ωστόσο να στερείται ο εφαρμοστής του δικαίου να προβεί σε ερμηνευτική του διόρθωση κατ’ επίκληση της ανάγκης μιας νέας κατανόησης της ratio legis ώστε να διαφυλάσσεται η αξιολογική αρμονία του ισχύοντος συστήματος δικαίου.
Επομένως, ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί ότι, από τη γραμματική διατύπωση των παραπάνω οικείων διατάξεων δεν γεννάται ευθεία υποχρέωση καταβολής του αγγελιοσήμου για τα «νέα» ηλεκτρονικά μέσα, τότε η υποχρέωση αυτή προκύπτει ερμηνευτικά (κατά την ορθή νομική ερμηνεία των ισχυουσών διατάξεων), δεδομένου του κανονιστικού χαρακτήρα των μεθοδολογικών κανόνων ερμηνείας και συμπληρώσεως των κενών του δικαίου .

Αθήνα, 11 Μαΐου 2009
Οι γνωμοδοτούντες

Αναστάσιος Π. Πετρόπουλος                                     Στυλιανή Βρακά